Δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση της διοίκησης Νταβέλη περί οριστικής και αμετάκλητης αποχώρησης από την ΠΑΕ ΑΕΛ, το πρώτο κύμα εντυπώσεων έχει καταλαγιάσει. Η είδηση καταγράφηκε: η απερχόμενη διοίκηση δηλώνει ότι αποχωρεί, θέτει προς πώληση τις μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία της ΠΑΕ και δίνει χρονικό περιθώριο εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τις 27 Μαΐου έως τις 17 Ιουνίου. Αυτό είναι το προφανές. Το λιγότερο προφανές, αλλά πολύ πιο ουσιαστικό, είναι άλλο: αν πραγματικά ανοίγει διαδικασία πώλησης μιας Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας, τότε ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο αυτής της πώλησης;
Διότι η ΠΑΕ ΑΕΛ δεν είναι ένα σακί πατάτες. Δεν είναι το περίπτερο της γειτονιάς. Δεν είναι μια αγγελία που γράφει «πωλείται» και περιμένει να χτυπήσει το τηλέφωνο. Είναι μια ανώνυμη εταιρεία με μετοχές, υποχρεώσεις, απαιτήσεις, συμβάσεις, άδειες, σήμα, δικαιώματα, προσωπικό, αθλητικό τμήμα, ποδοσφαιριστές, εξοπλισμό, πιθανές εκκρεμότητες, οικονομικές χρήσεις, φορολογικό παρελθόν και, κυρίως, ένα όνομα που δεν είναι απλώς εμπορικό μέγεθος. Είναι η ΑΕΛ. Και ακριβώς επειδή είναι η ΑΕΛ, η διαδικασία δεν μπορεί να μένει σε μια γενική διατύπωση του τύπου «οι μετοχές και όλα τα περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, είναι διαθέσιμα προς πώληση στον όποιο επίδοξο αγοραστή».
Το πρώτο ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: τι πωλείται; Πωλούνται οι μετοχές της ΠΑΕ. Ωραία. Μαζί με τι; Ποια είναι τα κινητά περιουσιακά στοιχεία; Ποια είναι τα ακίνητα, αν υπάρχουν; Υπάρχει ιδιόκτητο ακίνητο; Υπάρχει προπονητικό κέντρο στην ιδιοκτησία της ΠΑΕ ή υπάρχει δικαίωμα χρήσης; Υπάρχει λεωφορείο, εξοπλισμός, εγκαταστάσεις, απαιτήσεις από τρίτους, εμπορικές συμφωνίες, τηλεοπτικά δικαιώματα, συμβόλαια ποδοσφαιριστών, υποχρεώσεις προς εργαζόμενους, ποδοσφαιριστές, προμηθευτές, Δημόσιο, ασφαλιστικούς οργανισμούς; Δεν χρειάζεται όλα αυτά να δημοσιευθούν μέχρι τελευταίου ευρώ σε μια ανακοίνωση. Αλλά όταν βγαίνεις δημόσια και λες «πωλείται», οφείλεις τουλάχιστον να δίνεις την εικόνα ότι υπάρχει οργανωμένη διαδικασία και όχι απλώς μια επικοινωνιακή εκτόνωση.
Το δεύτερο ερώτημα είναι εξίσου βασικό: σε ποιον απευθύνεται ένας ενδιαφερόμενος; Αν αύριο το πρωί εμφανιστεί ένας άνθρωπος, μια εταιρεία ή ένα σχήμα και πει «ενδιαφέρομαι σοβαρά για την ΠΑΕ ΑΕΛ», πού ακριβώς απευθύνεται; Στην ΠΑΕ; Σε δικηγορικό γραφείο; Σε οικονομικό σύμβουλο; Σε συγκεκριμένο email; Σε συγκεκριμένο εκπρόσωπο; Υπάρχει διαδικασία υποβολής ενδιαφέροντος; Υπάρχει σύμβαση εμπιστευτικότητας; Υπάρχει φάκελος οικονομικών στοιχείων; Υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο ελέγχου; Ή απλώς πετάχτηκε δημόσια μια προθεσμία τριών εβδομάδων για να μπορεί μετά κάποιος να πει «είδατε; κανείς δεν ήρθε»;
Εδώ βρίσκεται και το πιο προβληματικό σημείο της ανακοίνωσης. Η διοίκηση δηλώνει ότι δίνει προθεσμία μέχρι τις 17 Ιουνίου, ώστε να υπάρξει ζωτικός χρόνος για περαιτέρω κινήσεις. Σωστά. Ο χρόνος πράγματι πιέζει. Αλλά μια πραγματική διαδικασία μεταβίβασης δεν ξεκινά μόνο με ημερομηνίες. Ξεκινά με όρους. Ξεκινά με αντικείμενο. Ξεκινά με καθαρή πρόσκληση ενδιαφέροντος. Ξεκινά με στοιχειώδη περιγραφή του τι αγοράζει κάποιος και πώς θα ελεγχθεί αυτό που αγοράζει. Διαφορετικά, δεν είναι διαδικασία. Είναι ανακοίνωση.
Και εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι: η ΠΑΕ δεν ήταν υποχρεωμένη να ανακοινώσει δημόσια συγκεκριμένη τιμή πώλησης. Δεν είναι αυτό το θέμα. Σε τέτοιες υποθέσεις, το τίμημα μπορεί πράγματι να συζητηθεί απευθείας με κάθε σοβαρό ενδιαφερόμενο, αφού προηγηθεί οικονομικός και νομικός έλεγχος. Δεν θα ήταν ούτε παράνομο ούτε παράλογο να μην αναφέρεται δημόσια ποσό. Άλλο όμως το «δεν ανακοινώνω τιμή» και άλλο το «δεν δίνω καμία καθαρή εικόνα για το τι ακριβώς τίθεται προς πώληση και με ποια διαδικασία».
Το τρίτο ερώτημα αφορά το οικονομικό σκέλος. Η ανακοίνωση επικαλείται μετοχικό κεφάλαιο 3,3 εκατ. ευρώ και απουσία «βαριδιών και υποχρεώσεων του παρελθόντος». Αυτές οι διατυπώσεις δεν είναι αδιάφορες. Δημιουργούν εντύπωση. Και γι’ αυτό χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Το μετοχικό κεφάλαιο δεν είναι τιμή πώλησης. Δεν είναι εμπορική αξία. Δεν είναι καθαρή θέση. Είναι εταιρικό μέγεθος: το ποσό που έχει καταχωριστεί ως κεφάλαιο ή ως καταβλημένα κεφάλαια στην εταιρεία. Στις τελευταίες αναρτημένες οικονομικές καταστάσεις της 30/06/2025, για τη χρήση 1/7/2024-30/6/2025, το μετοχικό κεφάλαιο/καταβλημένα κεφάλαια εμφανίζεται στα 3.095.605,56 ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια εμφανίζονται αρνητικά κατά 984.115,91 ευρώ. Με απλά λόγια, άλλο το κεφάλαιο που έχει μπει ή καταγραφεί στην εταιρεία και άλλο η καθαρή οικονομική θέση της μετά τις συσσωρευμένες ζημιές και τις υποχρεώσεις.
Στις ίδιες οικονομικές καταστάσεις εμφανίζονται συνολικές υποχρεώσεις 2.258.279,11 ευρώ, εκ των οποίων 2.251.247,89 ευρώ είναι βραχυπρόθεσμες. Αυτό δεν σημαίνει από μόνο του ότι η ΠΑΕ είναι «βαριά» ή μη μεταβιβάσιμη. Δεν γνωρίζουμε από το δημοσιευμένο αρχείο ποιες από αυτές είναι ρυθμισμένες, ποιες είναι τρέχουσες, ποιες εξυπηρετούνται κανονικά και ποιες όχι. Σημαίνει όμως ότι η φράση «χωρίς βαρίδια και υποχρεώσεις του παρελθόντος» δεν μπορεί να διαβαστεί ως «δεν υπάρχουν υποχρεώσεις». Άλλο να έχουν τακτοποιηθεί συγκεκριμένα βάρη που παρέλαβε η διοίκηση το 2022 και άλλο να παρουσιάζεται η εταιρεία σαν να μην έχει κανένα ανοιχτό οικονομικό αντικείμενο προς έλεγχο.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η έκθεση του ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή για τις οικονομικές καταστάσεις της 30ής Ιουνίου 2025 δεν είναι χωρίς παρατηρήσεις. Είναι «γνώμη με επιφύλαξη». Αυτό, για να το πούμε απλά, δεν σημαίνει ότι ο ορκωτός απορρίπτει τις καταστάσεις. Σημαίνει ότι τις θεωρεί εύλογες, αλλά με συγκεκριμένες επιφυλάξεις. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται απαιτήσεις σε καθυστέρηση 260 χιλ. ευρώ χωρίς σχηματισμένη πρόβλεψη, μη ληφθείσα επιστολή από τον νομικό σύμβουλο για τυχόν αγωγές τρίτων, μη επαληθευμένες εμπορικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις, καθώς και μη οριστικοποιημένες φορολογικές χρήσεις από 30/06/2020 έως 30/06/2025. Και πάλι: αυτά δεν σημαίνουν ότι υπάρχει βέβαιο πρόσθετο χρέος ή ότι η ΠΑΕ δεν μπορεί να πουληθεί. Σημαίνουν όμως ότι κάθε σοβαρός αγοραστής θα ζητήσει πλήρη οικονομικό, φορολογικό και νομικό έλεγχο πριν αποφασίσει τι αγοράζει και με ποιους όρους.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η ΠΑΕ έπρεπε να γράψει στην ανακοίνωση «χρωστάμε τόσα εδώ και τόσα εκεί». Δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Το ερώτημα είναι αν η ανακοίνωση που εξέδωσε μπορεί πραγματικά να σταθεί ως πρόσκληση σοβαρού επενδυτικού ενδιαφέροντος. Διότι ένας σοβαρός ενδιαφερόμενος δεν αγοράζει συναίσθημα. Δεν αγοράζει απλώς «ΑΕΛ». Δεν αγοράζει ούτε το έμβλημα μόνο του, ούτε την ιστορία μόνο της, ούτε την προσδοκία μιας πόλης. Αγοράζει μια ΠΑΕ. Δηλαδή αγοράζει μετοχές, δικαιώματα, υποχρεώσεις, απαιτήσεις, συμβάσεις, οικονομικό παρελθόν και αγωνιστικό παρόν. Και για να το κάνει αυτό, πρέπει να ξέρει πού απευθύνεται, τι θα ελέγξει, ποια διαδικασία ακολουθείται και ποιο είναι το πραγματικό πλαίσιο της μεταβίβασης.
Αντί γι’ αυτό, η ανακοίνωση μοιάζει περισσότερο με αποτύπωση κόπωσης παρά με οργανωμένη διαδικασία πώλησης. Μοιάζει να λέει «κουράστηκα, βαρέθηκα, αποχωρώ, όποιος θέλει ας έρθει». Όμως μια ΠΑΕ δεν πουλιέται έτσι. Όχι μια οποιαδήποτε ΠΑΕ. Πόσο μάλλον η ΠΑΕ ΑΕΛ. Δεν αρκεί να ανακοινώσεις ότι οι μετοχές είναι διαθέσιμες. Πρέπει να δείξεις ότι θες πραγματικά να ανοίξεις δρόμο για την επόμενη μέρα. Και αυτό δεν γίνεται με μια ανακοίνωση-κονσέρβα. Γίνεται με δημόσιο απολογισμό, καθαρή διαδικασία, επαγγελματική παρουσίαση των δεδομένων και, κυρίως, με σεβασμό στο μέγεθος του συλλόγου που λες ότι παραδίδεις.
Διότι υπάρχει και η πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Η διοίκηση Νταβέλη δεν αποχωρεί σε ουδέτερο χρόνο. Αποχωρεί μετά από άμεσο υποβιβασμό, μετά από μια χρονιά που έκλεισε με ιστορική αποτυχία, μετά από έντονη σύγκρουση με μεγάλο κομμάτι του κόσμου, μετά από μήνυση για τα πανό των οργανωμένων, μετά από καθυστέρηση ημερών μέχρι να ξεκαθαριστεί η επόμενη μέρα και μετά από ένα διάστημα στο οποίο η ΑΕΛ εμφανίστηκε να περιμένει την αναδιάρθρωση για να μάθει σε ποια κατηγορία θα ζήσει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανακοίνωση πώλησης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως τυπική επιχειρηματική πράξη. Είναι και πράξη ευθύνης. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι.
Και εδώ είναι το κομβικό σημείο: αν η πρόθεση είναι πραγματικά να πουληθεί η ΠΑΕ, τότε η διαδικασία πρέπει να σοβαρευτεί άμεσα. Να οριστεί καθαρός τρόπος επικοινωνίας. Να υπάρξει συγκεκριμένο πρόσωπο ή γραφείο που θα διαχειριστεί το ενδιαφέρον. Να αποσαφηνιστεί τι περιλαμβάνουν τα «κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία». Να ξεκαθαριστεί αν υπάρχει προκαταρκτικός φάκελος ενημέρωσης. Να αποτυπωθεί το ελάχιστο πλαίσιο αξιολόγησης ενδιαφερομένων. Να γίνει σαφές τι θα συμβεί μετά τις 17 Ιουνίου αν δεν υπάρξει συμφωνία. Γιατί αλλιώς η διαδικασία κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία: «δείτε, πουλάω, αλλά δεν υπάρχει κανείς».
Και αυτό η ΑΕΛ δεν το αντέχει άλλο.
Δεν αντέχει άλλες μισές κουβέντες. Δεν αντέχει άλλη ομηρία. Πριν ήταν η αναδιάρθρωση. Τώρα είναι η πώληση. Πριν περιμέναμε να δούμε αν η ομάδα θα σωθεί θεσμικά. Τώρα περιμένουμε να δούμε αν θα υπάρξει επόμενη διοικητική μέρα. Μόνο που ο χρόνος δεν είναι θεωρητικός. Η ομάδα έχει μπροστά της νέα σεζόν, προγραμματισμό, κατηγορία, άδειες, συμβόλαια, προπονητή, ρόστερ, προετοιμασία, οικονομικές ανάγκες. Και αυτά δεν περιμένουν μέχρι να τελειώσουν οι εντυπώσεις μιας ανακοίνωσης.
Συνεπώς, το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο «πωλείται η ΠΑΕ ΑΕΛ;». Η απάντηση, τυπικά, είναι ναι. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Πωλείται τι; Πωλείται πώς; Πωλείται με ποια δεδομένα; Πωλείται σε ποιον; Και, κυρίως, πωλείται πραγματικά ή απλώς ανακοινώνεται ότι πωλείται;
Γιατί αν μιλάμε για πραγματική αποχώρηση, τότε η ΑΕΛ χρειάζεται πραγματική διαδικασία μετάβασης. Αν μιλάμε για πραγματική πώληση, χρειάζεται σοβαρή πρόσκληση ενδιαφέροντος. Αν μιλάμε για πραγματική επόμενη μέρα, χρειάζεται διαφάνεια, επαγγελματισμός και καθαρότητα. Όχι άλλη επικοινωνιακή θολούρα.
Η ΑΕΛ δεν είναι αγγελία. Δεν είναι βάρος που το αφήνεις στην άκρη. Δεν είναι κάτι που το πετάς στον δημόσιο χώρο με την ελπίδα ότι, αν δεν εμφανιστεί κανείς, θα δικαιωθείς εκ των υστέρων. Είναι ένας οργανισμός με ιστορία, κόσμο, ευθύνη και αύριο. Και αυτό το αύριο δεν μπορεί να ξεκινήσει με ένα απλό «όποιος θέλει, ας έρθει».
Μιχάλης Μπατζιόλας


