Τέταρτο συνεχόμενο «ντέρμπι», τρίτο εκτός έδρας, για την ΑΕΛ, με τους «βυσσινί» να μην κερδίζουν, αλλά να αφήνουν στα χείλη όλων εκείνο το «γαμώτο, μπορούσες».
Μια πικρόγλυκη γεύση –και όχι άδικα η συγκεκριμένη λέξη–, πικρή λόγω του αποτελέσματος, γλυκιά λόγω της συνολικής προσπάθειας μιας ομάδας που, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν πραγματοποίησε την καλύτερη εμφάνισή της μέχρι σήμερα.
Το «φτου κι από την αρχή», όμως, δεν αφορά ούτε το αποτέλεσμα ούτε την αδυναμία της ΑΕΛ να κερδίσει μέσα στον Οκτώβριο. Αφορά την εναλλαγή συναισθημάτων, «τίτλων», αναρτήσεων και διαθέσεων μιας ολόκληρης πόλης, που ζει και κινείται σε «βυσσινί» ρυθμούς.
Από το «βόηθα, Παναγία» του Ιουλίου, στο «πάμε ταπεινά να βγάλουμε τη χρονιά» του Αυγούστου και στο «προέχει η οικονομική εξυγίανση και η δημιουργία βάσεων», φτάσαμε στο «αν κερδίζαμε, θα ήμασταν γερά στο παιχνίδι της ανόδου» του Οκτωβρίου.
Και αυτή η απόσταση δεν είναι τόσο χαώδης όσο ίσως φαίνεται. Ή, ακόμη κι αν είναι, οι συγκεκριμένοι ποδοσφαιριστές δεν επέτρεψαν να αποτυπωθεί ως τέτοια μέσα στο γήπεδο.
Είναι αυτοί οι παίκτες, οι περισσότεροι με ονόματα που δεν προκαλούσαν ιδιαίτερη ποδοσφαιρική αναγνώριση σε σύγκριση με εκείνα των παικτών των «φαβορί», που αρχικά γέμισαν τις καρδιές μας με την πίστη και το πάθος τους και στη συνέχεια, σιγά σιγά, κέρδισαν την εμπιστοσύνη μας με την απόδοσή τους.
Είναι οι καλύτεροι; Σίγουρα όχι. Αλλά για εμάς είναι!
Θα μπορούσαμε να είχαμε καλύτερους; Ενδεχομένως. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι ήρθαν από τα… καλάθια. Έχουμε δει και άλλους ποδοσφαιριστές να φορούν τη φανέλα της ΑΕΛ σε πολύ καλύτερες εποχές, χωρίς να δικαιώνουν τις προσδοκίες. Οι φετινές επιλογές έγιναν σε μια δύσκολη συγκυρία και, μέχρι στιγμής, αποδεικνύονται σχεδόν αλάνθαστες.
Κάνουν λάθη; Σαφέστατα και ναι. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο. Όμως είναι εκεί, προσπαθούν μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και αξίζουν να τους αναγνωρίσουμε την εξέλιξή τους. Κυρίως, αξίζουν να τους αναγνωρίσουμε ότι με την απόδοσή τους έφεραν ξανά στο προσκήνιο τις φιλοδοξίες μας.
Ναι, ίσως ο κ. Οφρυδόπουλος θα μπορούσε στα παιχνίδια να είχε επιλέξει τον «Χ» ποδοσφαιριστή, ώστε να βγουν καλύτερες μπαλιές και η ομάδα να γίνει πιο απειλητική. Ίσως η ΑΕΛ να ήταν πιο φοβική απ’ όσο έπρεπε. Ίσως ο «Ψ» ποδοσφαιριστής να μπορούσε να είχε τελειώσει καλύτερα μια φάση. Ίσως, ίσως, ίσως…
Πολλά «ίσως» και ακόμη περισσότερα «αν». Μόνο που η ιστορία δεν καταγράφει υποθέσεις. Καταγράφει γεγονότα. Και αυτά καλούμαστε όλοι μας να βάλουμε σε μια σειρά, για να φτιάξουμε τη φετινή μας «αλυσίδα», περιμένοντας τον τελευταίο κρίκο της. Έναν κρίκο που μπορεί να αποδειχθεί και… χρυσός.
Χωρίς, βέβαια, να ξεχνάμε ότι το «θέρος ήταν καταστροφικό», όπως θα έλεγε και μια… ψυχή, κρατάμε την ελπίδα ζωντανή. Όχι επειδή αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα, αλλά επειδή οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές και η τεχνική ηγεσία μάς δίνουν το δικαίωμα να ελπίζουμε.
Και πόσο ομορφότερο θα ήταν αν αυτά τα παιδιά μπορούσαν να βγουν μπροστά, να μιλήσουν, να μοιραστούν τα συναισθήματά τους και να μας πουν πώς βιώνουν αυτή την κατάσταση! Να μας επιτρέψουν να μπούμε λίγο περισσότερο στον δικό τους κόσμο, να μας βάλουν μέσα στην ψυχολογία τους και να πάψουν να παραμένουν τόσο «αποστειρωμένοι» από την καθημερινότητα της πόλης.
Γιατί η καθημερινή τριβή, η άμεση επαφή και η ανθρώπινη επικοινωνία μπορούν να δυναμώσουν στον μέγιστο βαθμό την αλληλεπίδραση της ομάδας με τη Λάρισα. Να φέρουν πιο κοντά τους ποδοσφαιριστές με τον κόσμο, να χτίσουν δεσμούς και να ενισχύσουν αυτή τη σχέση που δεν μετριέται μόνο σε βαθμούς, νίκες και αποτελέσματα.
Να ενισχύσουν, με δυο λόγια, τη ζεύξη της ΑΕΛ με την πόλη της.
Γιατί η φετινή διαδρομή έχει ακόμη δρόμο. Και αυτή η αλυσίδα, για να αποκτήσει τον χρυσό της κρίκο, χρειάζεται όλους μας.
Νίκος Ι. Ασπρούδης


