Το καλοκαίρι του 2022 η οικογένεια Νταβέλη αγόρασε την ΠΑΕ ΑΕΛ από τον Αλέξη Κούγια. Η ομάδα είχε μόλις ολοκληρώσει μια αποτυχημένη χρονιά στη Β’ Εθνική, μένοντας πίσω από την πρωταθλήτρια Βέροια και αποτυγχάνοντας να επιστρέψει άμεσα στη Super League, από την οποία είχε υποβιβαστεί έναν χρόνο νωρίτερα, με τον Τζιανλούκα Φέστα τότε στον πάγκο της. Η αλλαγή ιδιοκτησίας αντιμετωπίστηκε από μεγάλο μέρος της πόλης ως λύτρωση. Ήταν το τέλος μιας επταετίας που είχε κουράσει, διχάσει και τραυματίσει βαθιά τον οργανισμό της ΑΕΛ. Ήταν, για πολλούς, ένα φως μέσα στο σκοτάδι. Μόνο που εκείνη τη στιγμή το φως δεν το προκαλούσε ακόμη η νέα διοίκηση. Το προκαλούσε η ίδια η αλλαγή. Το αν η νέα ιδιοκτησία θα μπορούσε πραγματικά να σταθεί στο ύψος του μεγέθους της ΑΕΛ, δεν το γνώριζε κανείς. Και επειδή μετά Χριστόν προφήτες μπορούν να γίνουν πολλοί, το ζήτημα δεν είναι να αναθεωρηθεί σήμερα η ελπίδα εκείνης της στιγμής, αλλά να αποτιμηθεί ψύχραιμα το αποτέλεσμα της τετραετίας που ακολούθησε.
Τέσσερα χρόνια μετά, η αποτίμηση δεν μπορεί να γίνεται πια με προσδοκίες, καλές προθέσεις, υποσχέσεις ή επικοινωνιακές κορδέλες. Μπορεί να γίνει μόνο με γεγονότα. Στις τέσσερις αγωνιστικές περιόδους της διοίκησης Νταβέλη, η ΑΕΛ κατάφερε με την τρίτη προσπάθεια να επιστρέψει στη Super League 1, μάλιστα αήττητη, γράφοντας μια επίδοση που θα μείνει στην ιστορία. Την αμέσως επόμενη χρονιά, όμως, κατάφερε επίσης κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ από το 1964 μέχρι σήμερα: να υποβιβαστεί αμέσως μετά την άνοδό της. Και μάλιστα ξανά με τον Τζιανλούκα Φέστα στον πάγκο, σαν να έκλεισε ένας κύκλος εκεί ακριβώς από όπου είχε ανοίξει.
Αυτό είναι το σκληρό συμπέρασμα της τετραετίας. Η διοίκηση που παρέλαβε την ΑΕΛ υποβιβασμένη από τη Super League την επανέφερε τελικά στη μεγάλη κατηγορία, αλλά δεν κατάφερε να την κρατήσει ούτε μία σεζόν. Και το ερώτημα πλέον δεν μπορεί να είναι αν έγιναν λάθη. Προφανώς έγιναν. Το ερώτημα είναι αν η ίδια η διοίκηση έχει αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί το μέγεθος, την πίεση, τις απαιτήσεις και την ιστορική ευθύνη που κουβαλά η ΑΕΛ. Διότι άλλο είναι να ανεβάζεις μια ομάδα από τη δεύτερη κατηγορία και άλλο να μπορείς να τη σταθεροποιήσεις στο επίπεδο όπου ανήκει ιστορικά και απαιτείται να λειτουργήσεις με σχέδιο, ταχύτητα, ψυχραιμία, ποδοσφαιρική γνώση και διοικητική ωριμότητα.
Αντί, όμως, η επόμενη ημέρα να έχει ανοίξει με καθαρές απαντήσεις, η ΑΕΛ βρίσκεται ξανά σε κατάσταση αναμονής. Τα play out ολοκληρώθηκαν την Πέμπτη 21 Μαΐου, όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει σαφής επίσημη τοποθέτηση της ΠΑΕ για το τι μέλλει γενέσθαι. Δεν υπάρχει καθαρή δήλωση για το αν η διοίκηση προτίθεται να συνεχίσει. Δεν υπάρχει καθαρή δήλωση για το αν η ομάδα πωλείται. Δεν υπάρχει καθαρή δήλωση για το ύψος του τιμήματος, εφόσον υπάρχει πρόθεση αποχώρησης. Δεν υπάρχει πλάνο για τη νέα σεζόν. Υπάρχει μόνο αναμονή. Και αυτή η αναμονή δεν είναι ουδέτερη. Είναι επιβαρυντική. Γιατί κάθε μέρα που περνά χωρίς καθαρότητα, η ΑΕΛ δεν οργανώνει την επόμενη μέρα της· απλώς αφήνει την επόμενη μέρα να συμβεί πάνω της.
Αυτή η αναμονή συνδέεται πλέον με την υπόθεση της αναδιάρθρωσης. Την προσεχή Τετάρτη έχει οριστεί Διοικητικό Συμβούλιο στη Super League, στο οποίο αναμένεται να συζητηθεί η επιστολή των πέντε ομάδων που ζητούν αλλαγή του αριθμού των ομάδων του πρωταθλήματος. Στην πράξη, το αύριο της ΑΕΛ μοιάζει να παραμένει αιχμάλωτο μιας πιθανής αναδιάρθρωσης. Δηλαδή μιας διαδικασίας που, αν επιχειρηθεί να εφαρμοστεί άμεσα, μετά την ολοκλήρωση της αγωνιστικής περιόδου, θα ανοίξει τεράστια ζητήματα θεσμικής νομιμότητας, αξιοπιστίας και ισονομίας. Και το πιο βαρύ για την ίδια την ΑΕΛ δεν είναι μόνο ότι περιμένει μια απόφαση τρίτων. Είναι ότι μοιάζει να περιμένει αυτή την απόφαση για να αποφασίσει η ίδια τι θα κάνει με τον εαυτό της.
Εδώ χρειάζεται μια απολύτως καθαρή διάκριση. Κάποιοι μπορεί να επιχειρήσουν να συγκρίνουν το σημερινό αίτημα με όσα συνέβησαν το 1988, όταν η ΑΕΛ κινδύνευσε να χάσει στα χαρτιά το πρωτάθλημα εξαιτίας της υπόθεσης Τσίγκοφ και διεκδίκησε την αλλαγή ενός άδικου πλαισίου, ώστε να τιμωρείται ο ποδοσφαιριστής και όχι η ομάδα. Όμως η σύγκριση είναι λανθασμένη. Τότε η ΑΕΛ είχε κερδίσει κάτι μέσα στο γήπεδο και κινδύνευε να της το αφαιρέσει ένα άδικο πλαίσιο. Η αλλαγή που έγινε τότε αποδείχθηκε θεσμικά ορθή, καθώς η λογική της παρέμεινε έκτοτε: δεν τιμωρείται ολόκληρη η ομάδα για ευθύνη ποδοσφαιριστή. Σήμερα βρισκόμαστε στο ακριβώς αντίθετο σημείο. Η ΑΕΛ έχασε μέσα στο γήπεδο την παραμονή της και πλέον περιμένει μια εξωαγωνιστική μεταβολή για να αναιρεθεί το αποτέλεσμα της δικής της αποτυχίας. Τότε υπερασπίστηκε κάτι που είχε κατακτήσει. Τώρα φαίνεται να ζητά έναν δρόμο για να μη πληρώσει αυτό που δεν κατάφερε να υπερασπιστεί.
Αυτό δεν είναι υπεράσπιση κεκτημένου. Είναι αναζήτηση σωτηρίας από την πίσω πόρτα.
Και εδώ το ζήτημα παύει να είναι μόνο διοικητικό ή αγωνιστικό. Γίνεται βαθιά ταυτοτικό. Γιατί η ΑΕΛ, ειδικά τα τελευταία χρόνια και κυρίως από το 2013 και μετά, μοιάζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από αυτό που ιστορικά την έκανε διαφορετική. Από εκείνο το δύσκολο, βαρύ, συχνά επώδυνο «μη πλήθει, αλλά ΑΕΛ». Από την αίσθηση ότι αυτή η ομάδα δεν ήταν απλώς ένας ακόμη ποδοσφαιρικός οργανισμός που προσπαθεί να επιβιώσει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά ένα σωματείο που κουβαλά συγκεκριμένη ηθική, συγκεκριμένη μνήμη, συγκεκριμένη στάση απέναντι στο κατεστημένο. Η ΑΕΛ δεν έγινε μεγάλη επειδή βολεύτηκε στις σκιές. Δεν έγινε σύμβολο επειδή παρακάλεσε το σύστημα να την τακτοποιήσει. Έγινε σύμβολο επειδή το χάλασε. Επειδή ήταν το κακό σπυρί εκεί όπου οι άλλοι ήθελαν λείο δέρμα. Επειδή απέδειξε ότι ένας οργανισμός έξω από τα συνηθισμένα κέντρα ισχύος μπορούσε να σηκώσει κεφάλι, να κατακτήσει τίτλους, να αποκτήσει δική του φωνή, δική του υπερηφάνεια, δική του μνήμη.
Αυτό είναι που σήμερα τρομάζει περισσότερο. Όχι μόνο ο υποβιβασμός. Υποβιβασμούς η ΑΕΛ έχει ζήσει. Αυτό που τρομάζει είναι η πιθανότητα αλλοίωσης του DNA της. Η πιθανότητα να αρχίσει ο ίδιος ο οργανισμός της ΑΕΛ να αποδέχεται ως φυσιολογικά πράγματα που κάποτε θα τον εξόργιζαν. Να ψάχνει δικαιολόγηση σε μια αναδιάρθρωση επειδή «μας το χρωστάνε». Να στρογγυλεύει τις γωνίες επειδή «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Να λέει «αφού γίνεται, γιατί να μην το πάρουμε κι εμείς;». Να μοιάζει, δηλαδή, όλο και περισσότερο με την κοινωνία που υποτίθεται πως κάποτε ήθελε να υπερβεί.
Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε κενό αέρος. Συμβαίνουν σε μια εποχή όπου το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά και η ίδια η ελληνική κοινωνία, μοιάζουν να έχουν εξοικειωθεί επικίνδυνα με το «πάμε κι όπου βγει». Σε μια εποχή όπου το παράτυπο βαφτίζεται ρεαλισμός, το βόλεμα παρουσιάζεται ως δικαίωμα, η ευθύνη διαχέεται μέχρι να εξαφανιστεί και οι ισχυροί, όταν στριμώχνονται, δεν απαντούν με λογοδοσία αλλά με επίθεση ή με θέατρο. Σε μια εποχή όπου το δημόσιο ήθος έχει αντικατασταθεί συχνά από επικοινωνιακά σκηνικά, όπου άνθρωποι της εξουσίας σηκώνουν το δάχτυλο λίγο πριν αποδειχθεί ότι οι προειδοποιήσεις που αγνόησαν δεν ήταν υπερβολές, όπου παράγοντες του ποδοσφαίρου μπορούν να εκφωνούν σχεδόν κοινωνικά ή πολιτικά μανιφέστα για καρτέλ, διαπλοκές, συστήματα, τράπεζες και συμφέροντα, ενώ γύρω από το ίδιο το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να απλώνεται η παλιά μυρωδιά εξουσίας, χρήματος, επιρροής και επικοινωνιακής αυτοδικαίωσης.
Αυτή είναι η εποχή. Και το ερώτημα είναι αν η ΑΕΛ θα γίνει κομμάτι της ή αν θα συνεχίσει να τη χαλάει.
Γιατί ιστορικά η ΑΕΛ δεν γεννήθηκε για να μοιάζει με όλους. Δεν έγινε μεγάλη επειδή έμαθε να βολεύεται στις σκιές. Δεν έγινε σύμβολο επειδή παρακάλεσε το σύστημα να την τακτοποιήσει. Έγινε σύμβολο επειδή στάθηκε απέναντι. Επειδή έσπασε το κατεστημένο. Επειδή κουβάλησε την πόλη, την εξέδρα, τη μνήμη και την τρέλα της σε μια χώρα που συνήθισε να μετρά δύναμη μόνο με κέντρα, συμμαχίες, διαδρόμους και γνωριμίες. Αν λοιπόν η ΑΕΛ αρχίσει να λειτουργεί με τη λογική «όλοι έτσι κάνουν», τότε δεν θα έχει απλώς χάσει μια κατηγορία. Θα έχει αρχίσει να χάνει τον λόγο για τον οποίο ήταν διαφορετική.
Από το 2013 και μετά, μοιάζει σαν ο οργανισμός της ΑΕΛ να απομακρύνεται σταδιακά από αυτό που τον έκανε διαφορετικό. Λίγο η ανάγκη επιβίωσης, λίγο η κόπωση, λίγο οι διαδοχικές απογοητεύσεις, λίγο η λογική «να σωθούμε όπως μπορούμε», λίγο το «έλα μωρέ, όλοι έτσι κάνουν», άρχισαν να στρογγυλεύουν επικίνδυνα τις γωνίες. Και κάπου εκεί βρίσκεται ο πραγματικός φόβος: όχι μήπως η ΑΕΛ πέσει κατηγορία. Έχει ξαναπέσει. Αλλά μήπως αρχίσει να μοιάζει με όλα όσα κάποτε δεν άντεχε.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της διοίκησης δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένα. Μια διοίκηση που επί μήνες, όταν ακούγονταν προειδοποιήσεις, απαντούσε με περιφρόνηση, με υπονοούμενα, με θεωρίες περί «προβοκατόρων», με εχθρούς εντός των τειχών, με ανθρώπους που δήθεν ήθελαν το κακό της ομάδας, δεν μπορεί σήμερα να εμφανίζεται σαν να έπεσε από τα σύννεφα. Κάπου εδώ η σύγκριση με τη νοοτροπία του Κώστα Καραμανλή πριν από τα Τέμπη δεν μπαίνει για να εξισώσει γεγονότα, ούτε φυσικά τραγωδίες. Μπαίνει για να φωτίσει έναν τρόπο εξουσίας: όταν κάποιος προειδοποιεί ότι το σύστημα δεν αντέχει, η απάντηση δεν είναι να ακούσεις· είναι να κουνήσεις το δάχτυλο. Να εμφανιστείς βέβαιος. Να βαφτίσεις την αγωνία υπονόμευση. Να παρουσιάσεις την κριτική ως εχθρική ενέργεια. Να συμπεριφερθείς σαν να σε απειλεί η ερώτηση περισσότερο από την πραγματικότητα που έρχεται.
Κάπως έτσι λειτούργησε και η ΠΑΕ ΑΕΛ. Όταν το καράβι έδειχνε να πηγαίνει στα βράχια, όσοι φώναζαν δεν αντιμετωπίστηκαν ως κομμάτι του οργανισμού που αγωνιούσε. Αντιμετωπίστηκαν ως πρόβλημα. Και όταν τελικά το καράβι χτύπησε, όταν η ομάδα υποβιβάστηκε μαθηματικά, όταν η σεζόν έκλεισε με το πιο βαρύ δυνατό αποτύπωμα, η διοίκηση δεν έσπευσε να δώσει απαντήσεις. Δεν έσπευσε να ανοίξει καθαρά την κουβέντα της επόμενης μέρας. Δεν έσπευσε να πει αν φεύγει, αν μένει, αν πουλάει, με ποιο τίμημα και με ποιο σχέδιο. Έσπευσε να στραφεί νομικά κατά των πανό της εξέδρας.
Το τελευταίο παιχνίδι της χρονιάς δεν έκλεισε με δημόσιο απολογισμό. Δεν έκλεισε με ανάληψη ευθύνης. Δεν έκλεισε με ξεκάθαρη τοποθέτηση για το μέλλον. Έκλεισε με μήνυση κατά παντός υπευθύνου για τα πανό των οργανωμένων φιλάθλων. Σε μια σεζόν που ολοκληρώθηκε με ιστορικό αγωνιστικό πλήγμα, η διοίκηση βρήκε άμεσο αντανακλαστικό απέναντι στην εξέδρα, όχι απέναντι στην αποτυχία. Και αυτό είναι το σημείο που τρομάζει. Όχι απλώς η αποτυχία. Η αποσύνδεση.
Γιατί αν η ΑΕΛ φτάσει στο σημείο να φοβάται τη φωνή της ίδιας της εξέδρας της, αν αρχίσει να θεωρεί εχθρό όποιον της θυμίζει τις αξίες της, αν περιμένει μια αναδιάρθρωση για να σώσει στα χαρτιά αυτό που έχασε στο γήπεδο, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο διοικητικό. Είναι αξιακό. Είναι υπαρξιακό. Είναι θέμα DNA.
Η υπόθεση της αναδιάρθρωσης είναι ακριβώς αυτό το όριο. Είναι η στιγμή που ο οργανισμός της ΑΕΛ πρέπει να απαντήσει αν θέλει να παραμείνει διαφορετικός ή αν θα δεχθεί να γίνει ακόμη ένας κρίκος στη μεγάλη αλυσίδα της ελληνικής ευκολίας. «Μας αδίκησαν κάποτε, άρα τώρα δικαιούμαστε να μας βολέψουν». Όχι. Αυτό δεν είναι ΑΕΛ. Το 1988 η ΑΕΛ δεν ζήτησε χάρη. Ζήτησε να μη της αφαιρεθεί στα χαρτιά αυτό που είχε κερδίσει μέσα στο γήπεδο. Σήμερα το πράγμα είναι ανάποδο: η ομάδα έχασε μέσα στο γήπεδο την παραμονή της και περιμένει μια εξωαγωνιστική αλλαγή για να αναιρεθεί το αποτέλεσμα της δικής της αποτυχίας.
Εδώ δεν υπερασπίζεσαι κεκτημένο. Εδώ ζητάς παράκαμψη.
Και όσο η ΠΑΕ δεν μιλά καθαρά, τόσο η κατάσταση γίνεται βαρύτερη. Διότι αν η διοίκηση περιμένει πρώτα να δει αν η ΑΕΛ θα αγωνιστεί στη Super League 1 μέσω αναδιάρθρωσης ή στη Super League 2 βάσει της τελικής βαθμολογίας, για να αποφασίσει αν θα συνεχίσει ή αν θα αποχωρήσει, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαθύτερο. Η ΑΕΛ δεν μπορεί να σχεδιάζεται υπό αίρεση. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εκκρεμότητα. Δεν μπορεί η επόμενη μέρα της να εξαρτάται από το αν θα περάσει ή όχι μια θεσμικά προβληματική λύση.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Ο Αχιλλέας Νταβέλης, στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο δικό του Μέσο, είχε δεσμευθεί ότι με τη λήξη του πρωταθλήματος θα ξεκινούσε διαδικασία για την επόμενη ημέρα και η οποία θα διαρκούσε μάλιστα τρεις εβδομάδες. Το πρωτάθλημα τελείωσε. Ο μαθηματικός υποβιβασμός σφραγίστηκε. Τα play out ολοκληρώθηκαν. Και όμως, ούτε αυτή η δέσμευση έχει γίνει πράξη με τρόπο καθαρό, επίσημο και δεσμευτικό. Όπως και σε άλλα ζητήματα, η ΠΑΕ αφήνει ξανά την ΑΕΛ σε εκκρεμότητα.
Αυτή τη στιγμή η ΑΕΛ χρειάζεται καθαρές απαντήσεις. Όχι αναμονές. Όχι σιωπές. Όχι υπεκφυγές. Όχι ομηρία σε μια αναδιάρθρωση. Η ΠΑΕ οφείλει να πει δημόσια αν συνεχίζει ή αν αποχωρεί. Αν πουλάει ή αν δεν πουλάει. Αν υπάρχει τίμημα και ποιο είναι. Αν υπάρχει σχέδιο για τη Super League 2 ή αν όλα εξαρτώνται από μια πιθανή, εξωαγωνιστική σωτηρία. Γιατί το αγωνιστικό αποτέλεσμα έχει ήδη γραφτεί. Η ΑΕΛ υποβιβάστηκε. Το ερώτημα πλέον είναι αν θα της επιτραπεί να αρχίσει να χτίζει την επόμενη μέρα ή αν θα συνεχίσει να σέρνεται σε μια κατάσταση διοικητικής αβεβαιότητας, περιμένοντας μια απόφαση τρίτων.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια ζωή έχει συνηθίσει να λειτουργεί με το «αν γίνεται, γιατί να μην το πάρουμε;», η ΑΕΛ καλείται να απαντήσει αν θέλει να παραμείνει εξαίρεση ή αν θα γίνει ακόμη μία απόδειξη του κανόνα. Γιατί μια μερίδα της κοινωνίας έχει μάθει να απαντά σε όλα με το «αφού μας το δίνουν, να μην το πάρουμε;». Όπως σε τόσες άλλες πτυχές της δημόσιας ζωής. Όμως η ΑΕΛ, αν θέλει να λέει ότι είναι κάτι διαφορετικό, δεν μπορεί να μετρά τη συνείδησή της με όρους ευκολίας. Δεν μπορεί να λέει «όλοι έτσι κάνουν» και ταυτόχρονα να απαιτεί να αναγνωρίζεται ως εξαίρεση.
Η διαφορετικότητα έχει κόστος. Πάντα είχε. Δεν είναι σύνθημα για τις καλές μέρες. Δεν είναι ρομαντική κορδέλα γύρω από τα τρόπαια. Είναι στάση όταν πονάς, όταν χάνεις, όταν πρέπει να πεις «πέσαμε, αλλά δεν θα ζητήσουμε να αλλάξουν οι κανόνες επειδή πέσαμε». Είναι η δύσκολη επιλογή να σταθείς όρθιος μέσα στην ήττα, αντί να γλιστρήσεις προς την ευκολία μιας παρασκηνιακής διάσωσης.
Η ΑΕΛ δεν είναι μεγάλη επειδή ζητάει ειδική μεταχείριση. Είναι μεγάλη επειδή κάποτε δεν τη χρειάστηκε για να γίνει αυτό που έγινε. Και ίσως, τελικά, το ερώτημα να είναι ακόμη μεγαλύτερο: αν η ΑΕΛ θέλει πραγματικά να παραμείνει διαφορετική ή αν είναι έτοιμη να γίνει ακόμη μία ομάδα που προσαρμόζεται στους κανόνες της εποχής της, όσο κι αν αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με όσα την έκαναν ξεχωριστή.
Γιατί η ΑΕΛ μπορεί να ξανανεβεί. Το έχει κάνει. Το δύσκολο δεν είναι αυτό. Το δύσκολο είναι να ξαναβρεί τον εαυτό της. Να ξαναβρεί εκείνη τη γραμμή που τη χώριζε από το βόλεμα. Εκείνη τη σκληρή αξιοπρέπεια που δεν ήταν πάντα πρακτική, αλλά ήταν δική της. Εκείνη την τρέλα που δεν ζητούσε να δικαιωθεί από τους ισχυρούς, αλλά άντεχε να υπάρχει ακόμη κι όταν όλοι τη θεωρούσαν χαμένη υπόθεση.
Και ίσως εδώ βρίσκεται τελικά όλη η ουσία. Ότι η ΑΕΛ δεν είναι μόνο η ΑΕΛ. Δεν ήταν ποτέ μόνο ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος, ένα σήμα, μια βαθμολογία, μια κατηγορία, μια διοίκηση που περνά και φεύγει. Ήταν πάντα ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Να ξεχωρίζεις τι είναι αξιοπρέπεια και τι βόλεμα, τι είναι ήττα και τι παράδοση, τι είναι διαφορετικότητα και τι απλή επίκλησή της όταν συμφέρει.
Γι’ αυτό και η κουβέντα δεν τελειώνει στην αναδιάρθρωση, ούτε στη Super League 1, ούτε στη Super League 2, ούτε στο αν θα μείνει ή θα φύγει μια διοίκηση. Αυτά είναι το ορατό μέρος. Από κάτω υπάρχει κάτι βαθύτερο: αν ένας οργανισμός που χτίστηκε πάνω στην ιδέα του διαφορετικού θα αντέξει να παραμείνει διαφορετικός την ώρα που όλα γύρω του τον σπρώχνουν να γίνει ίδιος με όσα κάποτε απέρριπτε.
Κι όπως αρέσκεται ένας πολύ καλός μου φίλος να λέει:
Ενάντια στις ματαιώσεις λοιπόν…
Μέχρι κάποιες τρέλες να δικαιωθούν…
Χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι πράγμα συζητάμε, κύριε…
Γιατί σκέψου… μερικοί νομίζουν ότι συζητάμε μόνο για την ΑΕΛ.
Κάτι που δεν συνέβαινε ποτέ.
Μιχάλης Μπατζιόλας


