Για λίγο, μόνο για λίγο, έμοιαζε σαν το Βασίλειο να είχε βγει από τον λαβύρινθο. Όχι θριαμβευτικά. Όχι με σημαίες και τύμπανα. Αλλά με εκείνη τη σιωπηλή ανακούφιση που νιώθεις όταν, μετά από καιρό, περπατάς χωρίς να κοιτάς διαρκώς πίσω σου. Τρεις διαδρομές στη σειρά χωρίς να χαθείς. Τρεις φορές που το έδαφος δεν άνοιξε κάτω από τα πόδια σου. Και μέσα σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία, γεννήθηκε κάτι επικίνδυνο: η βιασύνη να πιστέψεις ότι άλλαξες επίπεδο.
Ο Θρόνος μίλησε. Και τα λόγια του δεν ήταν προσεκτικά, ήταν βέβαια. Δεν ειπώθηκαν σαν προσευχή, αλλά σαν συμπέρασμα. Ότι πλέον όλοι παίζουν με το μαχαίρι στα δόντια. Ότι κάτι έχει σκληρύνει. Ότι κάτι έχει αλλάξει οριστικά. Ήταν λόγια ανθρώπου που κοιτάζει το μονοπάτι πίσω του και νομίζει ότι αυτό αρκεί για να προβλέψει τον δρόμο μπροστά.
Μα τα παραμύθια δεν συγχωρούν αυτή τη σύγχυση. Άλλο η ανάμνηση της ανάγκης και άλλο η ανάγκη η ίδια.
Απέναντι δεν στεκόταν ένας αντίπαλος γεμάτος αυτοπεποίθηση. Στεκόταν ένα Βασίλειο γονατισμένο. Έξι φορές είχε πέσει χωρίς να σηκωθεί. Έξι φορές είχε μάθει τι σημαίνει να μην έχεις τίποτα να υπερασπιστείς. Κι εκεί, μέσα σε αυτή την απόλυτη ένδεια, γεννιέται το πιο καθαρό ένστικτο επιβίωσης. Όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, δεν παίζεις για να κερδίσεις. Παίζεις για να υπάρξεις.
Η πτώση δεν ήρθε σαν κεραυνός. Ήρθε σαν αποκάλυψη. Κάθε πληγή άνοιγε χωρίς να υπάρχει αντίδραση. Όχι γιατί έλειπε η θέληση, αλλά γιατί το μυαλό είχε τρέξει μπροστά από το σώμα. Το Βασίλειο έπαιζε σαν να είχε ήδη φτάσει κάπου, ενώ βρισκόταν ακόμη στη διαδρομή. Κι όταν παίζεις με το βλέμμα στο αύριο, χάνεις το σήμερα.
Τέσσερις πληγές. Όχι ίδιες, αλλά συγγενικές. Όλες γεννημένες από την ίδια αυταπάτη: ότι η φορά αρκεί για να σε προστατεύσει από την ανατροπή. Ότι επειδή περπάτησες τρία βήματα σωστά, δεν μπορείς να γλιστρήσεις στο τέταρτο.
Και τότε, μετά το τέλος, ειπώθηκαν δύο φράσεις. Δύο φράσεις που δεν έμοιαζαν αντικρουόμενες, αλλά ήταν. Ο Θρόνος είχε μιλήσει πριν, με τη σιγουριά εκείνου που πιστεύει ότι έχει αφήσει την ανάγκη πίσω. Ο Στρατηγός μίλησε μετά, με τη διαύγεια εκείνου που είδε την αλήθεια από κοντά: ότι απέναντι υπήρχε κάποιος που έπαιζε με το μαχαίρι στα δόντια
Εκεί, σε αυτή τη διαφορά, κρύβεται όλη η ουσία.
Γιατί δείχνει ότι ο Θρόνος δεν κατάλαβε ποιος βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση επιβίωσης. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι έκανε λάθος. Είναι ότι βιάστηκε να πιστέψει πως το ξεπέρασε. Η ποδοσφαιρική νοημοσύνη — η πραγματική, όχι η διακηρυγμένη — δεν φαίνεται όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Φαίνεται όταν προβλέπεις πότε μπορούν να πάνε άσχημα
Το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι απλώς ένα πισωγύρισμα. Είναι υπενθύμιση. Ότι ο δρόμος προς το ζενίθ δεν είναι ευθύς. Ότι κάθε φορά που νομίζεις πως έφτασες σε οροπέδιο, η ιστορία μπορεί να σου θυμίσει πως βρίσκεσαι ακόμη σε ανηφόρα. Και ότι το χειρότερο λάθος δεν είναι να πέσεις, αλλά να πέσεις επειδή νόμιζες πως δεν μπορείς πια να πέσεις.
Το ερώτημα που μένει δεν αφορά τον Στρατηγό. Ούτε εκείνους που παλεύουν στο πεδίο. Αφορά αποκλειστικά τον Θρόνο. Μπορεί να διαβάσει σωστά αυτή τη στιγμή; Μπορεί να καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν ήταν η κακή μέρα, αλλά η πρόωρη βεβαιότητα; Μπορεί να σταματήσει να βιάζεται να αποδείξει ότι όλα πάνε καλά και να αντέξει να παραδεχθεί ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει;
Γιατί αν το Βασίλειο θέλει πράγματι να συνεχίσει τον δρόμο προς το ζενίθ, πρέπει πρώτα να αποδεχθεί κάτι πολύ απλό και πολύ σκληρό: ότι ακόμη βρίσκεται εκεί όπου το μαχαίρι αλλάζει χέρια. Και μόνο όποιος το καταλαβαίνει αυτό, μπορεί να επιβιώσει χωρίς να κοπεί.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.
Μιχάλης Μπατζιόλας


