Η απόφαση του Φωτιά στις Σέρρες έκανε αυτό που συνήθως κάνει το αίσθημα της αδικίας: συσπείρωσε. Έβαλε φωτιά στη Λάρισα, ξύπνησε αντανακλαστικά, έφερε κόσμο στην επιστροφή της ομάδας, σκέπασε για λίγες ώρες την πίκρα και έδωσε σε όλους έναν κοινό εχθρό. Και πράγματι, το πέναλτι του 94’ μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί, να εξοργίσει. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, όσο η πόλη ψειρίζει τη μαϊμού της διαιτησίας, κινδυνεύει να χάσει ξανά την ουσία: η ΑΕΛ πήγε στις Σέρρες για να κλέψει ένα παιχνίδι που έπρεπε να διεκδικήσει.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να παίζεις για να μη χάσεις όταν έχεις μαξιλάρι ασφαλείας και άλλο να παίζεις έτσι όταν βρίσκεσαι με την πλάτη στον τοίχο. Η ΑΕΛ μπήκε στα play outs με +6 και τότε, ναι, μια λογική διαχείρισης θα μπορούσε να έχει βάση. Όταν όμως αυτό το +6 έχει εξαφανιστεί, όταν κυνηγάς την παραμονή, όταν παίζεις απέναντι σε άμεσο αντίπαλο, δεν μπορείς να ζεις μονίμως με την ιδέα ότι θα κλέψεις πέντε παιχνίδια στη σειρά. Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή η πραγματικότητα θα σε βρει.
Στις Σέρρες η ΑΕΛ παρουσιάστηκε ξανά με νοοτροπία αναμονής. Με σχήμα που πρώτα έδειχνε φόβο και μετά σχέδιο. Με τρία αμυντικά χαφ, χωρίς ουσιαστικά φτερά, με τα μπακ να καλούνται να σηκώσουν όλη την πλευρά και με τον Πέρεζ σε έναν ρόλο που ακόμη μοιάζει δύσκολο να οριστεί με καθαρότητα. Μια ομάδα φτιαγμένη περισσότερο για να αντέξει παρά για να επιβάλει. Περισσότερο για να μείνει όρθια παρά για να κερδίσει.
Και όταν στο δεύτερο ημίχρονο η εικόνα έγινε λίγο πιο ποδοσφαιρική, όταν η ομάδα απέκτησε πιο λογική διάταξη, με περισσότερη ισορροπία και κανονικότερη παρουσία στις πλευρές, αμέσως φάνηκε ότι κάτι μπορούσε να παραχθεί. Για λίγα λεπτά πίεσε, ανέβηκε, βρήκε γκολ, πήρε αυτό που ζητούσε. Αλλά αυτό ακριβώς είναι και το πιο εξοργιστικό: ότι χρειάστηκε να φτάσει εκεί το παιχνίδι για να θυμηθεί πως μπορεί να παίξει πιο κανονικά.
Μετά ήρθε η φάση του 94’. Και μαζί της ήρθε το τέλειο άλλοθι. Ένα πέναλτι που έπεσε πάνω στη φετινή ΑΕΛ σαν μαγικό πέπλο. Σαν στάχτη στα μάτια. Όχι γιατί δεν υπάρχει αδικία. Όχι γιατί δεν υπάρχει οργή. Αλλά γιατί αυτή η οργή κινδυνεύει να κρύψει όλα όσα είχαν προηγηθεί. Κινδυνεύει να μας κάνει να μιλάμε μόνο για τον Φωτιά και όχι για μια ομάδα που για ακόμη ένα κρίσιμο παιχνίδι μπήκε πρώτα για να μη χάσει και μετά, αν της έβγαινε, για να κερδίσει.
Το αίσθημα της αδικίας είναι ισχυρό. Και στη Λάρισα, ειδικά γύρω από την ΑΕΛ, λειτουργεί πάντα σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ενώνει, ξυπνά, σηκώνει κόσμο από τον καναπέ, κάνει την πόλη να θυμάται ότι η ομάδα δεν είναι απλώς μια ΠΑΕ. Είναι οργανισμός. Είναι μνήμη. Είναι θυμός. Είναι πληγή. Είναι αυτό που συνεχίζει να υπάρχει ακόμη κι όταν όσοι το διαχειρίζονται αποδεικνύονται μικρότεροι από το μέγεθός του.
Αλλά εδώ βρίσκεται και η παγίδα. Η συσπείρωση γύρω από την ΑΕΛ δεν πρέπει να γίνει συσπείρωση γύρω από τα λάθη που την έφεραν εδώ. Δεν πρέπει το πέναλτι του Φωτιά να γίνει κολυμβήθρα του Σιλωάμ για μια χρονιά κακού σχεδιασμού, χαμηλής έμπνευσης, αγωνιστικής φοβίας και διοικητικής ανεπάρκειας. Γιατί το πρόβλημα της ΑΕΛ δεν γεννήθηκε στο 94’ των Σερρών. Εκεί απλώς βρήκε έναν βολικό τρόπο να κρυφτεί.
Η αλήθεια είναι σκληρή: αυτή η ομάδα δεν δείχνει ικανή να κάνει τέσσερις νίκες επειδή κάποιος της «χρωστάει» δικαιοσύνη. Δεν σώζεσαι επειδή αδικήθηκες. Σώζεσαι επειδή παίζεις, επειδή απαιτείς, επειδή μπαίνεις στο γήπεδο για να πάρεις αυτό που χρειάζεσαι. Και μέχρι τώρα η ΑΕΛ μοιάζει περισσότερο με ομάδα που περιμένει να της συμβεί κάτι, παρά με ομάδα που αποφασίζει να το προκαλέσει.
Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο κέρδος από τις Σέρρες δεν μπορεί να είναι η συζήτηση για τη διαιτησία. Το μεγαλύτερο κέρδος, αν υπάρχει, είναι ότι η απόφαση του Φωτιά ξύπνησε ξανά τον οργανισμό της ΑΕΛ. Όχι την ΠΑΕ. Όχι τη διοίκηση. Τον οργανισμό. Τον κόσμο. Τη μνήμη. Την απαίτηση. Και αυτή η απαίτηση δεν πρέπει να εξαντληθεί στο «μας αδίκησαν». Πρέπει να πάει πολύ βαθύτερα.
Να απαιτήσει καθαρή απάντηση για την επόμενη μέρα. Να απαιτήσει από τη διοίκηση να πει ευθέως τι θέλει, τι μπορεί και με ποιους όρους θα αποχωρήσει αν δεν μπορεί. Να βγει δημόσια και να δηλώσει, επίσημα και καθαρά, ποιο ποσό θεωρεί ότι απαιτείται για να αποτελέσει παρελθόν από την ΑΕΛ, ανεξάρτητα από την κατηγορία. Γιατί μια διοίκηση που δεν μπορεί να εμπνεύσει, δεν μπορεί να κρυφτεί για πάντα πίσω από τη διαιτησία, όσο άδικη κι αν είναι μια βραδιά.
Υποβιβασμούς η ΑΕΛ έχει ζήσει. Και πιθανότατα θα ξαναζήσει. Η ζωή δεν τελειώνει με έναν υποβιβασμό. Η ΑΕΛ δεν τελειώνει ποτέ με έναν υποβιβασμό. Τελειώνουν, όμως, εκείνοι που τη μικραίνουν. Τελειώνουν εκείνοι που τη φέρνουν στο σημείο να ψάχνει άλλοθι αντί για σχέδιο, συσπείρωση αντί για προοπτική, οργή αντί για απάντηση.
Γι’ αυτό, ναι, ας μιλήσουμε για τον Φωτιά. Ας μιλήσουμε για το πέναλτι. Ας μιλήσουμε για το αίσθημα της αδικίας. Αλλά ας μη μείνουμε εκεί. Γιατί τότε θα έχουμε κάνει ακριβώς αυτό που μας βολεύει για να μην πονέσουμε περισσότερο: θα ψειρίζουμε τη μαϊμού, ενώ μπροστά μας στέκεται ολόκληρος ο ελέφαντας.
Και ο ελέφαντας είναι η φετινή ΑΕΛ.
Όχι το 94’.
Όλη η χρονιά.
Μιχάλης Μπατζιόλας


