Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πεδιάδα, υπήρχε ένα βασίλειο βαμμένο στα χρώματα του κρασιού. Οι άνθρωποί του ήταν περήφανοι και απαιτητικοί, γιατί είχαν μάθει πως στο τέλος αυτοί πληρώνουν τα λάθη των αρχόντων τους.
Στον θρόνο καθόταν ένας Βασιλιάς σχετικά νέος στην τέχνη του πολέμου. Όχι τόσο από ηλικία, όσο από εμπειρία. Είχε ζήσει μία μεγάλη νίκη, από αυτές που σε κάνουν να πιστεύεις πως έμαθες τα πάντα. Η νίκη εκείνη τον έκανε να κοιτάζει τον κόσμο από λίγο πιο ψηλά, να νιώθει πως οι μάχες επαναλαμβάνονται και πως όποιος κράτησε το σπαθί μια φορά σωστά, θα το κρατά πάντα. Από τότε, ο Βασιλιάς είχε μια αγαπημένη φράση. Όποτε οι σύμβουλοι ανησυχούσαν, όποτε ο λαός ρωτούσε, όποτε ο χρόνος πίεζε, εκείνος άνοιγε το μικρό του ημερολόγιο, χαμογελούσε αυτάρεσκα και έλεγε: «Μην ανησυχείτε. Ο μήνας έχει εννιά».
Στο ίδιο βασίλειο ήρθε και ένας νέος Στρατηγός. Όχι άνθρωπος των μεγάλων λόγων, αλλά της πράξης. Εκείνος ήξερε πως κάθε πόλεμος είναι διαφορετικός και πως η χθεσινή νίκη δεν αγοράζει τη σημερινή μάχη. Όταν στάθηκε μπροστά στον λαό, μίλησε καθαρά. Είπε ότι χρειάζονται έξι νέοι πολεμιστές. Είπε ότι τέσσερις πρέπει να φτάσουν πριν από τη μεγάλη μάχη της 18ης μέρας. Και πριν κατέβει από το βάθρο, πήρε μια ανάσα και πρόσθεσε: «Εμπιστευτείτε με». Με εκείνη τη φράση δεν ζήτησε ασυλία· ζήτησε χρόνο και στήριξη, γνωρίζοντας πως μαζί τους θα πάρει και την ευθύνη.
Κι ενώ ο Στρατηγός μετρούσε ανάγκες, στο κάστρο άρχισαν να ανοίγουν οι πύλες προς τα έξω. Πολεμιστές έφευγαν. Όχι θρυλικοί ήρωες, όχι αυτοί που τραγουδούν οι τροβαδούροι, αλλά άνθρωποι που κρατούσαν θέσεις. Ένας σταθερός φρουρός της άμυνας, άλλος ένας της άμυνας επίσης. Ένας ταλαντούχος αλλά απείθαρχος ξιφομάχος. Δύο πολεμιστές που, χωρίς να ξεχωρίζουν, φύλαγαν ολόκληρη την αριστερή πλευρά του κάστρου. Μαζί τους και άλλοι, που δεν έφυγαν καν με θόρυβο· απλώς κόπηκαν, στάθηκαν στη σκιά και περίμεναν να σταλούν δανεικοί σε μακρινά βασίλεια. Ακόμη κι ένας που ήρθε από το βασίλειο της μακαρονάδας που εμφανίστηκε μόνο μία φορά στη μάχη και μετά χάθηκε, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει αν θα μπορούσε να βοηθήσει.
Ο Στρατηγός έβλεπε τα κενά να μεγαλώνουν. Ο λαός τα ένιωθε πριν καν τα δει. Ο Βασιλιάς, όμως, παρέμενε ήρεμος. Κάθε φορά που κάποιος τολμούσε να μιλήσει για τα τείχη που άδειαζαν, εκείνος απαντούσε το ίδιο: «Ο μήνας έχει εννιά». Κι ανάμεσα στις μάχες που ετοιμάζονταν, υπήρχε και μια άλλη, προγραμματισμένη για την αυριανή 10η ημέρα. Μα κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει αν ο Βασιλιάς την είχε ξεχάσει· ίσως εκείνος πίστευε πως οι μικρές μάχες γράφονται μόνες τους, ή ότι μπορεί να τις ξεγράψει όποτε θέλει. Αλλά, αλήθεια, βασιλιά, σε ποιον πόλεμο επιτρέπεται να ξεγράφει κανείς μάχες;
Κάποια στιγμή, ο Βασιλιάς παρουσίασε το δώρο του. Έναν νέο πολεμιστή. Έναν ευέλικτο άνθρωπο του πεδίου, που μπορούσε να σταθεί δεξιά, να μετακινηθεί αριστερά αν χρειαζόταν και, σε ειδικές περιπτώσεις, να προχωρήσει λίγο πιο μπροστά. Οι αυλικοί μίλησαν για πολυεργαλείο. Ο λαός χειροκρότησε από ευγένεια. Κι ένας ψίθυρος πέρασε από στόμα σε στόμα: «Ωραία… αλλά πού θα πολεμήσει;»
Ο Στρατηγός δέχτηκε το δώρο. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Με ό,τι του δινόταν έπρεπε να πολεμήσει. Ο Βασιλιάς, σίγουρος για τον εαυτό του, θυμήθηκε τη μεγάλη του νίκη και χαμογέλασε. «Και τότε με λιγότερα τα καταφέραμε», είπε, πιστεύοντας πως η ιστορία επαναλαμβάνεται κατά παραγγελία.
Η πρώτη μάχη της νέας χρονιάς πλησίαζε. Ο Στρατηγός στεκόταν μπροστά, έχοντας ζητήσει εμπιστοσύνη και γνωρίζοντας πως θα κριθεί. Ο λαός στεκόταν πίσω του, όπως πάντα. Ο Βασιλιάς έμενε στον θρόνο, κρατώντας το ημερολόγιο και κοιτώντας τον χρόνο σαν να ήταν σύμμαχος.
Μα οι παλιοί έλεγαν κάτι άλλο: πως οι μάχες αλλάζουν, πως οι εχθροί μαθαίνουν και πως οι βασιλιάδες που νίκησαν μία φορά κινδυνεύουν περισσότερο απ’ όλους. Γιατί η αλαζονεία φορά πανοπλία σιγουριάς και η απειρία μπερδεύεται εύκολα με τη σοφία.
Κι έτσι, στο βασίλειο με τα βυσσινί χρώματα, ο μήνας είχε πράγματι εννιά. Όμως κανείς δεν ήταν σίγουρος αν, όταν έρθει η ώρα της μάχης, αυτό θα είναι αρκετό.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.
Μιχάλης Μπατζιόλας


