Μετά τη 10η ημέρα, στο βασίλειο απλώθηκε μια σιωπή διαφορετική. Όχι η σιωπή της ήττας, αλλά η σιωπή που νιώθεις όταν όλοι έχουν δει την αλήθεια και κανείς δεν μπορεί να την προσπεράσει.
Ο Στρατηγός στάθηκε μπροστά στον λαό και δεν κρύφτηκε. Δεν φώναξε, δεν εξήγησε, δεν έψαξε άλλοθι. Είπε μόνο αυτό που όλοι γνώριζαν στις σκιές των τειχών: πως υπήρχε η ευκαιρία να τελειώσει η μάχη μετά το προβάδισμα, αλλά δεν το έκαναν. Όχι τυχαία. Όχι από κακή θέληση. Από έλλειψη βάθους, από έλλειψη επιλογών, από την απουσία των στρατιωτών που έπρεπε να είναι εκεί.
Κι ενώ ο Στρατηγός μετρούσε τα κενά, οι σκιές του θρόνου άρχισαν να μεγαλώνουν. Ο Βασιλιάς κοίταζε το ημερολόγιο και χαμογελούσε ακόμα, πιστεύοντας πως μια μεγάλη νίκη του παρελθόντος αρκεί για να κυβερνήσει το σήμερα.
Μα ο λαός δεν είχε αρχίσει να μιλά τώρα. Μιλούσε καιρό. Το έλεγε, το φώναζε, το τραγουδούσε στις κερκίδες και το κουβαλούσε σιωπηλά εκτός γηπέδων. Ήταν η φωνή που δεν γεννήθηκε στο πεδίο της μάχης, αλλά στις πλατείες, στα σοκάκια, στα μάτια ανθρώπων που ήξεραν πολύ καλά τι λείπει.
Και τότε, κάτι άλλαξε.
Όχι γιατί ο θυμός γεννήθηκε εκείνη τη μέρα, αλλά γιατί έπαψε να είναι άτυπος. Μέχρι τότε περπατούσε χωρίς όνομα, χωρίς υπογραφή. Ήταν λόγια που λέγονταν παντού, αλλά ποτέ επίσημα προς τα πάνω. Γιατί όλοι ήξεραν πως ο θρόνος δεν αγαπά τις αλήθειες όταν αυτές δεν ψιθυρίζονται, αλλά στέκονται όρθιες.
Μα λίγο πριν αρχίσει η επόμενη δοκιμασία, οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους. Όχι με όπλα. Με ύφασμα και λέξεις. Στάθηκαν απέναντι από το μεγάλο κτίριο του Βασιλιά — εκεί όπου στεγάζονταν τα χρονικά, οι αφηγήσεις και οι καθρέφτες που έδειχναν πάντα μια ωραιοποιημένη εικόνα του βασιλείου.
Και εκεί, μπροστά στο αρχαίο θέατρο, στο μέρος όπου κάποτε μιλούσε η τραγωδία και η αλήθεια ακουγόταν χωρίς φόβο, άπλωσαν ένα μήνυμα. Δεν ήταν σύνθημα μάχης. Ήταν προτροπή.
«Σώσε το βασίλειο. Και άφησέ το.»
Ούτε βρισιά.
Ούτε απειλή.
Μια φράση τόσο απλή που πόνεσε περισσότερο απ’ όλα.
Γιατί μέσα της έκρυβε μια παραδοχή: πως ο Βασιλιάς δεν ήταν πια μέρος της λύσης, αλλά μέρος του προβλήματος. Πως η αλαζονεία της μίας μεγάλης νίκης είχε γίνει βάρος. Πως το “ο μήνας έχει εννιά” είχε καταντήσει άλλοθι για αδράνεια.
Η φωνή έγινε πανό.
Και το πανό έγινε καθρέφτης.
Ο Στρατηγός το είδε. Δεν μίλησε. Γιατί ήξερε πως αυτό δεν τον αφορούσε άμεσα. Εκείνος πολεμούσε με ό,τι του έδιναν. Εκείνος είχε μπει στο κάδρο της ευθύνης από επιλογή. Μα αυτό το μήνυμα πήγαινε ψηλότερα. Εκεί όπου οι αποφάσεις δεν παίρνονται με ιδρώτα, αλλά με υπολογισμούς.
Στο παλάτι, ο Βασιλιάς έμαθε για το ύφασμα και τις λέξεις. Δεν του άρεσαν. Γιατί δεν μπορούσε να τις διορθώσει. Δεν μπορούσε να τις βαφτίσει “υπερβολή”. Δεν μπορούσε να τις κρύψει πίσω από ημερολόγια. Ήταν καθαρές. Και η καθαρότητα ενοχλεί περισσότερο από τον θυμό.
Για πρώτη φορά, το βασίλειο δεν ζητούσε υπομονή.
Δεν ζητούσε υποσχέσεις.
Δεν ζητούσε ούτε καν μεταγραφές.
Ζητούσε ευθύνη.
Και κάπου εκεί, το παραμύθι ενηλικιώθηκε. Δεν ήταν πια ιστορία για μάχες που χάθηκαν ή ισοπαλίες που πόνεσαν. Ήταν ιστορία για έναν Βασιλιά που έπρεπε να αποφασίσει αν αγαπά το βασίλειο περισσότερο από τον θρόνο του.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που το πιο γενναίο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άρχοντας δεν είναι να πολεμήσει. Είναι να κάνει στην άκρη.
Στο βασίλειο με τα βυσσινί χρώματα, ο μήνας μπορεί να είχε εννιά.
Αλλά ο λαός είχε πια φωνή.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.
Μιχάλης Μπατζιόλας


