Το βαρκάκι που κουβαλά την ΑΕΛ
δεν σκίζει πια το νερό με σιγουριά·
μπατάρει και γέρνει,
σαν να χάνει ξαφνικά
όχι μόνο την πορεία του
αλλά και την ίδια του την ισορροπία.
Και μέσα σε αυτό το λύγισμα
δεν είναι μόνο ο φόβος του ναυαγίου
που βαραίνει τους ανθρώπους·
είναι το αίσθημα
πως δεν υπάρχει πια
ούτε χειρολαβή να πιαστούν
ούτε σανίδα να σταθούν.
Σαν η ελπίδα
να χάνεται
πριν ακόμη ακουστεί η τελική καταδίκη,
και η μοίρα
να είναι ήδη γραμμένη από καιρό
σε σκοτεινό κατάστιχο,
όχι ανθρώπινο
αλλά εχθρικό,
σχεδόν δαιμονικό.
Κι όμως,
ακόμη και μέσα
σε αυτή τη μοιρολατρική θολούρα,
δεν σβήνει τελείως το πείσμα.
Γιατί ο λαός της ΑΕΛ,
ακόμη κι όταν νιώθει
πως τον παραδίδουν
στο κιτάπι του διαβόλου,
δεν παύει να σηκώνει
μέσα από τα δόντια
την τελευταία του κατάρα·
όχι ως βεβαιότητα νίκης,
αλλά ως ένστικτο αντίστασης
απέναντι σε ό,τι
τον θέλει ήδη τελειωμένο.
Μιχάλης Μπατζιόλας


